Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

25 λογικές πλάνες που μας οδηγούν στο να πιστεύουμε σε παράξενα πράγματα


Μπορεί να μην είμαι σύμφωνος με όλα όσα αναφέρονται στο άρθρο, αλλά, το ενδιαφέρον του είναι ότι μας μπάζει στα μυστικά της Μεθόδου σκέψης και έρευνας.
Δεν υπάρχει εργασία σωματική ή πνευματική, σκέψη, ή θεωρία, που να μπορεί να πραγματωθεί επιτυχημένα χωρίς μέθοδο.
Δυστυχώς ούτε και απάτη...
Δημήτρης Σκουρτέλης. Το ακόλουθο άρθρο αναδημοσιεύεται από τα:



Υπογράφεται από τον
Γιώργο Γιώτη
Αρθρογράφο - Ερευνητή




O Michal Shermer στο βιβλίο του «Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν σε παράξενα πράγματα;» αναφέρει 25 λογικές πλάνες που μας οδηγούν στο να πιστεύουμε σε παράξενα πράγματα. Ας δούμε ποιες είναι αυτές

H θεωρία επηρεάζει τις παρατηρήσεις


Σχετικά με την ανθρώπινη αναζήτηση για την κατανόηση του φυσικού κόσμου, ο νομπελίστας φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ (Werner Heisenberg) είχε πει: «Αυτό που παρατηρούμε δεν είναι η ίδια η φύση, αλλά η φύση υπό την επίδραση των μεθόδων της έρευνάς μας». Στην κβαντική μηχανική, η  αντίληψη αυτή έχει σχηματοποιηθεί ως «ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης» σχετικά με την κβαντική δράση: «μια συνάρτηση πιθανότητας δεν απεικονίζει ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά περιγράφει ένα συνεχές φάσμα πιθανών γεγονότων μέχρι τη στιγμή που μια μέτρηση διαταράσσει την απομόνωση του συστήματος και συντελείται ένα μοναδικό γεγονός» (Weaver 1987, σ. 412). Η ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης καταργεί τον έναν-προς-ένα συσχετισμό μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας. Η θεωρία εν μέρει κατασκευάζει την πραγματικότητα. Φυσικά, η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τον παρατηρητή, αλλά οι αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα επηρεάζονται από τις θεωρίες που πλαισιώνουν την εξέτασή της από εμάς. Έτσι λοιπόν, οι φιλόσοφοι αποκαλούν την επιστήμη φορτισμένη από πλευράς θεωρίας (theory laden).

O παρατηρητής μεταβάλλει αυτό που παρατηρεί

Ο φυσικός Τζων Άρτσιμπαλντ Χουήλερ (J.A. Wheeler) σημείωνε πως, «Ακόμα και για να παρατηρήσει απλώς ένα τόσο μικροσκοπικό αντικείμενο όσο το ηλεκτρόνιο, [ένας φυσικός] θα πρέπει να σπάσει το τζάμι. Θα πρέπει να μπει μέσα. Θα πρέπει να τοποθετήσει τη μετρητική συσκευή που θέλει… Επιπλέον, η μέτρηση μεταβάλλει την κατάσταση του ηλεκτρονίου. Το σύμπαν δεν θα είναι ποτέ πλέον το ίδιο ύστερα από αυτήν» (Weaver 1987, σ. 427). Με άλλα λόγια, η πράξη της μελέτης ενός αντικειμένου μπορεί να το αλλάξει.

Τα μέσα παρατήρησης διαμορφώνουν τα αποτελέσματα
Τα επιστημονικά όργανα που χρησιμοποιούνται σε ένα πείραμα συχνά καθορίζουν τα αποτελέσματα. Το μέγεθος των τηλεσκοπίων μας, για παράδειγμα, έχει αλλάξει επανειλημμένα τις θεωρίες για το μέγεθος του σύμπαντος. ….. Κατά τον 19ο αιώνα, η κρανιομετρία θεωρούσε την ευφυΐα ως ανάλογη του εγκεφαλικού όγκου και είχαν κατασκευαστεί εργαλεία που τη μετρούσαν σύμφωνα με το κριτήριο αυτό.


Οι αποσπασματικές μαρτυρίες δεν συγκροτούν επιστήμη
Οι αποσπασματικές μαρτυρίες —τυχαία περιστατικά που παρατίθενται για τη θεμελίωση ενός ισχυρισμού— δεν είναι δυνατόν να συγκροτήσουν μια επιστήμη. Δίχως τεκμηρίωση με αποδεικτικά στοιχεία από άλλες πηγές ή δίχως φυσικές αποδείξεις, δέκα μαρτυρίες δεν βαρύνουν περισσότερο από μία και εκατό δεν βαρύνουν περισσότερο από δέκα. Τέτοια περιστατικά τα αφηγούνται άνθρωποι που, όπως όλοι οι άνθρωποι, μπορεί και να σφάλλουν
H χρήση επιστημονικής ορολογίας δεν συγκροτεί επιστήμη
Το να επενδύει κανείς ένα σύστημα πεποιθήσεων με επιστημονικοφανή γλώσσα και ορολογία, όπως κάνει η «επιστήμη του δημιουργισμού», δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν υπάρχει παράλληλα τεκμηρίωση, πειραματικός έλεγχος και διασταύρωση των στοιχείων. Επειδή η επιστήμη έχει πολύ μεγάλο κύρος στην κοινωνία μας, όσοι θέλουν να αποκτήσουν αξιοπιστία αλλά στερούνται αποδείξεων προσπαθούν να αναπληρώσουν την απουσία τεκμηρίων με το να φαίνονται και να ακούγονται «επιστημονικοί».
Οι εντυπωσιακές δηλώσεις δεν επαληθεύουν ισχυρισμούς
Μπορούμε πιθανότατα να θεωρήσουμε κάτι ως ψευδοεπιστημονικό, εάν διατυπώνονται μεν τρανταχτά επιχειρήματα για την ισχύ και την αλήθεια του, αλλά τα πραγματικά δεδομένα που στηρίζουν τα επιχειρήματα αυτά είναι απελπιστικά λίγα
Το αιρετικό δεν είναι κατ’ ανάγκην σωστό
Ο κόσμος γελούσε με τον Κοπέρνικο. Γελούσε με τους αδελφούς Ράιτ. Ε, και; Γελούσε και με τους αδελφούς Μαρξ. Το να γελούν μαζί σου δεν σημαίνει ότι έχεις και δίκιο….Στο τεύχος Ιανουαρίου/Φεβρουαρίου 1996 του Journal of Historical Review —οργάνου των αρνητών του Ολοκαυτώματος— αναδημοσιεύεται μια περίφημη ρήση του Γερμανού φιλοσόφου Άρθουρ Σοπενχάουερ, που την επαναλαμβάνουν συχνά οι επιστημονικά περιθωριακές ομάδες: «Κάθε αλήθεια περνά από τρία στάδια. Πρώτα τη χλευάζουν. Έπειτα την πολεμούν βίαια. Τέλος, την αποδέχονται ως αυτονόητη». «Κάθε αλήθεια», όμως, δεν περνά αναγκαστικά από τα στάδια αυτά. Πολλές αληθείς ιδέες γίνονται αποδεκτές χωρίς κοροϊδία ή πολεμική, βίαιη ή μη. Η θεωρία της σχετικότητας, του Αϊνστάιν, είχε κατά το μάλλον ή ήττον αγνοηθεί μέχρι το 1919, όταν πειραματικά δεδομένα απέδειξαν την ορθότητά της. Ο Αϊνστάιν ο ίδιος δεν υπέστη κανέναν χλευασμό και κανείς δεν πολέμησε βίαια τις ιδέες του. Η ρήση του Σοπενχάουερ αποτελεί ένα λογικό άλλοθι, έναν εξεζητημένο για όσους χλευάζονται τρόπο να πουν «για κοίτα, πρέπει να έχω δίκιο». Δεν είναι έτσι. Η ιστορία είναι γεμάτη περιστατικά μοναχικών επιστημόνων που εργάζονταν ενάντια στη γνώμη των συναδέλφων τους και απέρριπταν τις καθιερωμένες θεωρίες του πεδίου ερευνών τους. Οι περισσότεροι από αυτούς αποδείχθηκε πως έκαναν λάθος και τα ονόματά τους έχουν πια ξεχαστεί. Για κάθε Γαλιλαίο που απειλείται με βασανιστήρια επειδή υποστηρίζει μια επιστημονική αλήθεια υπάρχουν χίλιοι (ή δέκα χιλιάδες) άγνωστοι των οποίων οι «αλήθειες» ποτέ δεν θα γίνουν αποδεκτές από τους άλλους επιστήμονες. Δεν μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση από την επιστημονική κοινότητα να ελέγχει κάθε εξωφρενική ιδέα που εμφανίζεται, ειδικά όταν τόσες πολλές από αυτές εμπεριέχουν λογικές αντιφάσεις. Αν θέλεις να κάνεις επιστήμη, θα πρέπει να μάθεις να παίζεις το παιχνίδι της επιστήμης. Αυτό προϋποθέτει να αποκτήσεις γνωριμίες με τους άλλους επιστήμονες του κλάδου σου, να ανταλλάσσεις στοιχεία και ιδέες με τους συναδέλφους σου, επίσημα και ανεπίσημα, να παρουσιάζεις τα αποτελέσματά σου σε συνέδρια, επιστημονικά περιοδικά κ.τ.τ.
H ευθύνη της απόδειξης
Ποιος οφείλει να αποδείξει τι και σε ποιον; Το άτομο που διατυπώνει τον ασυνήθιστο ισχυρισμό έχει την ευθύνη να αποδείξει στους ειδικούς και στην ευρύτερη κοινότητα πως η δική του άποψη είναι ορθότερη από αυτήν που όλοι σχεδόν οι άλλοι αποδέχονται. Πρέπει να παλέψεις για να ακουστεί η άποψή σου. Μετά θα πρέπει να πείσεις ορισμένους ειδικούς να υποστηρίξουν και αυτοί τη άποψή σου, έτσι ώστε να πείσεις και την πλειοψηφία να την υποστηρίξει και να εγκαταλείψει την προηγούμενη, εκείνη δηλαδή που ανέκαθεν υποστήριζε. Τέλος, όταν ανήκεις πλέον στην πλειοψηφία, η ευθύνη της απόδειξης ανήκει στους «απέξω» που θα σε αμφισβητήσουν με τον δικό τους ασυνήθιστο ισχυρισμό. Οι υποστηρικτές της εξέλιξης είχαν την ευθύνη της απόδειξης επί μισόν αιώνα μετά τον Δαρβίνο, αλλά τώρα η ευθύνη της απόδειξης ανήκει στους οπαδούς του δημιουργισμού. Είναι καθήκον των δημιουργιστών να αποδείξουν για ποιον λόγο η θεωρία της εξέλιξης είναι λανθασμένη και γιατί ο δημιουργισμός είναι σωστός — δεν είναι καθήκον των υποστηρικτών της θεωρίας της εξέλιξης να την υπερασπίσουν. Η ευθύνη της απόδειξης του ότι δεν συνέβη ποτέ το Ολοκαύτωμα των Εβραίων ανήκει σε εκείνους που το αμφισβητούν — δεν είναι ευθύνη των ιστορικών του Ολοκαυτώματος να αποδείξουν ότι πράγματι συνέβη. Και αυτό, διότι υπάρχουν βουνά ολόκληρα από στοιχεία που αποδεικνύουν πως η εξέλιξη και το Ολοκαύτωμα έχουν πράγματι λάβει χώρα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να έχεις αποδεικτικά στοιχεία. Πρέπει να πείσεις τους άλλους πως τα στοιχεία σου είναι έγκυρα. Αυτό είναι το τίμημα του να είσαι αμ-φισβητίας, ανεξάρτητα από το αν έχεις δίκιο ή όχι.
Άλλο φήμες κι άλλο πραγματικότητα
Οι φήμες αρχίζουν κάπως έτσι: «Διάβασα κάπου ότι…» ή «Άκουσα από κάποιον ότι…». Σε λίγο καιρό η διάδοση γίνεται πραγματικότητα, καθώς το «Ξέρω ότι…» περνά από άτομο σε άτομο. Βέβαια, οι διαδόσεις μπορεί να είναι αληθινές, αλλά συνήθως δεν είναι. Προσφέρονται, πάντως, για συναρπαστικές αφηγήσεις.

Ανεξήγητο δεν σημαίνει μη εξηγήσιμο

Αρκετοί άνθρωποι έχουν τέτοια υπερβολική αυτοπεποίθηση, ώστε να πιστεύουν πως αν οι ίδιοι δεν μπορούν να εξηγήσουν κάτι, τότε αυτό θα πρέπει να μην επιδέχεται καμία εξήγηση και ως εκ τούτου να αποτελεί ένα πραγματικό παραφυσικό μυστήριο. Ένας ερασιτέχνης αρχαιολόγος ανακοινώνει ότι, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να εξηγήσει πώς χτίστηκαν οι πυραμίδες, θα πρέπει να έχουν χτιστεί από εξωγήινους. Ακόμα και ορισμένοι πιο λογικοί πιστεύουν ότι εφόσον και οι ειδικοί δεν μπορούν να εξηγήσουν κάτι, αυτό τουλάχιστον θα πρέπει να μην έχει εξήγηση. Διάφορα φαινόμενα, όπως είναι το λύγισμα κουταλιών, η πυροβασία ή η τηλεπάθεια, συχνά θεωρούνται πως είναι παραφυσικής ή μυστικιστικής υφής, διότι ο περισσότερος κόσμος δεν μπορεί να τα εξηγήσει. Όταν κάποιος τους τα εξηγήσει, οι περισσότεροι λένε: «Ναι, φυσικά» ή «Είναι προφανές αν σου το πουν». Η πυροβασία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο πολύς κόσμος προσπαθεί να την εξηγήσει με διάφορους τρόπους: με υπερφυσικές δυνάμεις που εκμηδενίζουν τον πόνο και τη θερμότητα ή με μυστηριώδεις ουσίες που εκκρίνει ο εγκέφαλος, οι οποίες μπλοκάρουν τον πόνο και αποτρέπουν κάψιμο. Η εξήγηση είναι απλή: το κάρβουνο, που είναι ελαφρύ και μαλακό, έχει πολύ μικρή θερμοχωρητικότητα, ενώ η θερμική αγωγιμότητα ανάμεσα στο κάρβουνο και στα πόδια του πυροβάτη είναι πολύ μικρή. Όσο δεν στέκεται κανείς ακίνητος πάνω στα κάρβουνα, δεν καίγεται. (Σκεφτεί τε ένα κέικ μέσα στον φούρνο, στους 230°C. Ο αέρας, το κέικ και το ταψί έχουν όλα θερμοκρασία 230°C, αλλά μόνο το μεταλλικό ταψί θα σας κάψει το χέρι, αν το πιάσετε. Ο αέρας έχει πολύ χαμηλή θερμοχωρητικότητα, αλλά και χαμηλή θερμική αγωγιμότητα, συνεπώς έχετε αρκετό χρόνο για να βάλετε το χέρι σας στον φούρνο και να αγγίξετε το κέικ. Η θερμοχωρητικότητα του κέικ είναι πολύ υψηλότερη απ’ ότι του αέρα, αλλά επειδή η αγωγιμότητά του είναι χαμηλή μπορείτε να το αγγίξετε φευγαλέα χωρίς να καείτε. Το μεταλλικό ταψί έχει θερμοχωρητικότητα παραπλήσια με του κέικ, αλλά επιπλέον και υψηλή αγωγιμότητα. Αν το αγγίξετε, θα καείτε αμέσως.) Αυτός είναι και ο λόγος που οι ταχυδακτυλουργοί δεν αποκαλύπτουν τα μυστικά τους. Τα περισσότερα από τα κόλπα τους είναι πολύ απλά• αν ξέρεις πώς γίνονται, δεν σε μαγεύουν πια.Υπάρχουν πολλά ανεπίλυτα μυστήρια στο σύμπαν και δεν θα έπρεπε να δυσκολευόμαστε να το αναγνωρίσουμε αυτό και να πούμε: «Ακόμα δεν γνωρίζουμε, αλλά μια μέρα δεν αποκλείεται να μάθουμε». Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε πιο βολική τη βεβαιότητα, έστω και την πρόωρη, παρά το να ζούμε με ανεπίλυτα και ανεξήγητα μυστήρια.

Πάντοτε κάτι φταίει για τις αποτυχίες

Στην επιστήμη, η αξία των αρνητικών ευρημάτων —των αποτυχιών— είναι ανεκτίμητη. Συνήθως δεν τις επιζητά κανείς και, συχνά, δεν φτάνουν στο στάδιο της επιστημονικής ανακοίνωσης. Τις περισσότερες φορές, όμως, οι αποτυχίες είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε την αλήθεια. Οι έντιμοι επιστήμονες θα παραδεχτούν εύκολα τις αποτυχίες τους, ωστόσο όλοι οι ερευνητές υποχρεώνονται να σέβονται την επιστημονική δεοντολογία, επειδή είναι βέβαιοι πως οι συνάδελφοί τους θα καταγγείλουν κάθε απόπειρα να «παραποιηθούν» αποτελέσματα. Αυτό όμως δεν ισχύει για τους ψευδοεπιστήμονες, οι οποίοι παραβλέπουν ή ρίχνουν αλλού το φταίξιμο για τις αποτυχίες τους, ειδικά όταν αποκαλύπτονται. Αν «πιάστηκαν στα πράσα» να εξαπατούν —κάτι που δεν συμβαίνει συχνά— ισχυρίζονται ότι οι δυνάμεις τους συνήθως λειτουργούν, αλλά όχι πάντα• ιδιαίτερα όταν υποχρεώνονται να «εργαστούν» στην τηλεόραση ή σε κάποιο εργαστήριο, αναγκάζονται μερικές φορές να καταφύγουν σε κάποια απάτη. Αν απλώς αποτύχουν εντελώς να επιδείξουν τις δυνάμεις τους, έχουν έτοιμες μια σειρά από ευφάνταστες δικαιολογίες: οι υπερβολικοί έλεγχοι ενός πειράματος προκαλούν αρνητικά αποτελέσματα• οι δυνάμεις τους δεν λειτουργούν παρουσία σκεπτικιστών οι δυνάμεις τους δεν λειτουργούν παρουσία ηλεκτρονικών συσκευών οι δυνάμεις έρχονται και φεύγουν και αυτή έτυχε να είναι μια τέτοια περίπτωση. Τέλος, ισχυρίζονται ότι, αφού οι σκεπτικιστές δεν μπορούν να εξηγήσουν τα πάντα, αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να υπάρχουν παραφυσικά φαινόμενα, δηλαδή καταφεύγουν στον τύπο πλάνης που προαναφέραμε: ανεξήγητο δεν σημαίνει μη εξηγήσιμο.

Αιτιολόγηση λόγω χρονικής αλληλουχίας

Είναι γνωστή η λατινική ρήση post hoc, ergo propter hoc, που κυριολεκτικά σημαίνει «ακολούθως, συνεπώς εξαιτίας». Στην πιο απλοϊκή της εκδοχή, η ρήση αυτή είναι μια μορφή δεισιδαιμονίας. O ποδοσφαιριστής δεν ξυρίζεται και βάζει δύο γκολ. O τζογαδόρος φοράει τα τυχερά του παπούτσια, διότι έχει ξανακερδίσει φορώντας τα στο παρελθόν. Σε μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή, ακόμη και επιστημονικές μελέτες μπορεί να υποπέσουν στο συγκεκριμένο λογικό σφάλμα. Το 1993, μια μελέτη υποστήριξε πως τα παιδιά που οι μητέρες τους τα είχαν θηλάσει όταν ήταν μωρά έχουν υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης. Ακολούθησε μεγάλη συζήτηση για το ποιο συστατικό του μητρικού γάλακτος ήταν εκείνο που προκαλούσε την αύξηση του δείκτη νοημοσύνης. Οι μητέρες που τάιζαν τα μωρά τους με μπιμπερό άρχισαν να νιώθουν ενοχές. Σύντομα, όμως, οι ερευνητές αναρωτήθηκαν μήπως τα μωρά που θηλάζουν χαίρουν γενικά καλύτερης φροντίδας. Ίσως οι μητέρες που θηλάζουν ασχολούνται περισσότερη ώρα με τα μωρά τους και οι διαφορές στον δείκτη νοημοσύνης να οφείλονται ακριβώς σ’ αυτό. Όπως μας δίδαξε ο Χιουμ, το ότι ένα γεγονός ακολουθεί χρονικά κάποιο άλλο δεν συνεπάγεται πως υπάρχει αιτιακή σχέση μεταξύ των δύο γεγονότων. Η συσχέτιση δεν συνεπάγεται αιτιακή σύνδεση.

Σύμπτωση

Στον κόσμο των παραφυσικών φαινομένων, συχνά θεωρείται πως οι συμπτώσεις έχουν βαρύνουσα σημασία. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται επίκληση της «συγχρονικότητας», ωσάν να έχει δράσει υπογείως κάποια μυστηριώδης δύναμη. Εγώ πάντως δεν θεωρώ τη συγχρονικότητα τίποτα περισσότερο από ένα είδος συγκυρίας — μια ταυτόχρονη εμφάνιση δύο ή παραπάνω γεγονότων χωρίς συγκεκριμένη αιτία. Όταν η σύνδεση πραγματοποιείται με τρόπο που μοιάζει απίθανος σύμφωνα με τη διαισθητική μας αντίληψη για τους νόμους των πιθανοτήτων, έχουμε την τάση να νομίζουμε πως πίσω της κρύβεται κάτι το μυστηριώδες.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, κατανοούν ελάχιστα τους νόμους αυτούς. Ένας χαρτοπαίκτης θα κερδίσει έξι παιχνίδια στη σειρά και θα πιστέψει είτε πως έχει «ρέντα» τη συγκεκριμένη βραδιά είτε πως θα χάσει στον επόμενο γύρο. Δύο άνθρωποι σε ένα δωμάτιο με 30 άτομα ανακαλύπτουν πως έχουν γενέθλια την ίδια μέρα και συμπεραίνουν ότι συμβαίνει κάτι μυστηριώδες. Πηγαίνεις στο τηλέφωνο να πάρεις τον φίλο σου τον Γιώργο. Πριν σηκώσεις το ακουστικό, όμως, το τηλέφωνο χτυπά και είναι ο Γιώργος! Τότε αναρωτιέσαι: «Τι πιθανότητες υπήρχαν να συμβεί τυχαία αυτό; Δεν μπορεί να ήταν απλή σύμπτωση. Ίσως ο Γιώργος και εγώ επικοινωνούμε τηλεπαθητικά». Στην πραγματικότητα, καμία από τις συμπτώσεις αυτές δεν είναι σύμπτωση σύμφωνα με τους νόμους των πιθανοτήτων. Ο χαρτοπαίκτης είχε προβλέψει και τα δύο ενδεχόμενα, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει έξω! Η πιθανότητα, μέσα σε ένα δωμάτιο με 30 άτομα, δύο από αυτά να έχουν γενέθλια την ίδια μέρα είναι 71%. Ο Γιώργος σου έχει τηλεφωνήσει πάμπολλες φορές χωρίς να σου περάσει από το μυαλό η ιδέα να του τηλεφωνήσεις εσύ, άλλες φορές πήγες να τον πάρεις τηλέφωνο και σου τηλεφώνησε κάποιος τρίτος, πολλές φορές σκέφτηκες να τον πάρεις και δεν σου τηλεφώνησε κ.ο.κ. Όπως έδειξε με εργαστηριακά πειράματα ο Μπ. Φ. Σκίνερ, ψυχολόγος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, το ανθρώπινο μυαλό αναζητά συσχετίσεις μεταξύ γεγονότων και συχνά τις βρίσκει ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν. Οι «κουλοχέρηδες» των καζίνων βασίζονται στην αρχή του Σκίνερ περί «περιοδικής ενθαρρύνσεως». Ο χαζός άνθρωπος, όπως και το χαζό ποντίκι, απλώς χρειάζεται να κερδίζει πού και πού για να συνεχίσει να τραβά τον μοχλό. Το μυαλό θα κάνει τα υπόλοιπα.
Άντιπροσωπευτικότητα

Όπως είπε και ο Αριστοτέλης, «το άθροισμα των συμπτώσεων ισούται με βεβαιότητα». Ξεχνούμε τις περισσότερες ασήμαντες συμπτώσεις και θυμόμαστε αυτές που μπορεί να έχουν σημασία. Στην τάση μας να θυμόμαστε τις επιτυχίες και να ξεχνούμε τις αποτυχίες οφείλεται η άνθηση των παραψυχιστών, των προφητών και των κάθε λογής μάντεων που κάνουν εκατοντάδες προβλέψεις στην αρχή κάθε χρονιάς. Πρώτα αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας τους προβλέποντας κυρίως γενικές βεβαιότητες, όπως λ.χ. ότι «θα γίνει σεισμός στην Καλιφόρνια» ή ότι «η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας θα αντιμετωπίσει προβλήματα». Ύστερα, τον επόμενο Ιανουάριο, δημοσιοποιούν τις επιτυχίες και αποσιωπούν τις αποτυχίες τους, ελπίζοντας ότι κανένας δεν έχει μπει στον κόπο να τις ελέγξει.

Θα πρέπει να έχουμε πάντοτε κατά νου το γενικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο συμβαίνει ένα φαινομενικά ασυνήθιστο γεγονός. Θα πρέπει επίσης να αναλύουμε πάντοτε τα ασυνήθιστα γεγονότα ως προς το κατά πόσον είναι αντιπροσωπευτικά της τάξης φαινομένων στα οποία ανήκουν. Στην περίπτωση του «Τριγώνου των Βερμούδων», μιας περιοχής του Ατλαντικού Ωκεανού όπου πλοία και αεροπλάνα εξαφανίζονται «μυστηριωδώς», υποτίθεται πως συμβαίνει κάτι το παράξενο ή το εξωγήινο. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπ’ όψιν μας το πόσο αντιπροσωπευτικά είναι τέτοια γεγονότα στην εν λόγω περιοχή. Πολύ περισσότερα πλοία διαπλέουν το Τρίγωνο των Βερμούδων απ’ όσα τις γύρω θαλάσσιες περιοχές, συνεπώς είναι λογικό να συμβαίνουν εκεί περισσότερα ατυχήματα, δυστυχήματα και εξαφανίσεις. Στην πραγματικότητα, η συχνότητα ατυχημάτων είναι μικρότερη στο Τρίγωνο των Βερμούδων απ’ ότι στις γειτονικές θαλάσσιες περιοχές. Ίσως η περιοχή θα έπρεπε καλύτερα να αποκαλείται «Μη-Τρίγωνο των Βερμούδων» (βλ. Kusche 1975, για μια πλήρη εξήγηση αυτού του λυμένου πια μυστηρίου). Παρομοίως, όταν ερευνούμε στοιχειωμένα σπίτια, θα πρέπει να έχουμε κάνει κάποιες στοιχειώδεις μετρήσεις για τους θορύβους, τους τριγμούς και άλλα τέτοια φαινόμενα, πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως κάποιο συμβάν είναι ασυνήθιστο (άρα και μυστηριώδες). Παλιότερα άκουγα χτυπήματα στους τοίχους του σπιτιού μου. Φαντάσματα; ‘Οχι, κακή αποχέτευση. Συχνά ακούω γρατζουνίσματα στο υπόγειο. Στοιχειά; Όχι, ποντίκια. Μια καλή συμβουλή: πριν αρχίσει κανείς να ψάχνει για υπερκόσμιες εξηγήσεις, καλά θα κάνει να έχει ψάξει διεξοδικά για πιθανές εγκόσμιες.
Συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις και σφαλερές αναλογίες
Οι συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις χρησιμοποιούνται για να διεγείρουν το συναίσθημα και, συχνά, για να συσκοτίσουν τη λογική. Μπορεί να είναι θετικά φορτισμένες — μητρότητα, πατρίδα, ακεραιότητα, τιμιότητα. Ή μπορεί να είναι αρνητικά φορτισμένες — βιασμός, καρκίνος, κακό, αναρχικός. Με παρόμοιο τρόπο, νοηματικές μεταφορές και αναλογίες μπορεί να θολώσουν τη σκέψη με το συναίσθημα ή να μας παρασύρουν σε άσχετα πράγματα. Ένας πολιτικός αναφέρεται στον πληθωρισμό ως «καρκίνο της κοινωνίας» ή στη βιομηχανία ως «βιαστή του περιβάλλοντος». Το 1992, στην ομιλία του κατά την αποδοχή του χρίσματος των Δημοκρατικών για την αντιπροεδρία, ο Αλ Γκορ χρησιμοποίησε μια περίπλοκη αναλογία μεταξύ της ιστορίας του άρρωστου γιου του και της Αμερικής ως άρρωστης χώρας. Όπως ο γιος του, που κινδύνεψε να πεθάνει, βοηθήθηκε στην ανάρρωσή του από τον πατέρα του και την υπόλοιπη οικογένειά του, έτσι και η Αμερική, σε κρίσιμη κατάσταση ύστερα από δώδεκα χρόνια διακυβέρνησης από τον Ρέιγκαν και τον Μπους, θα είχε τη βοήθεια της καινούργιας κυβέρνησης για να αναρρώσει. Όπως και τα ανέκδοτα, λοιπόν, οι αναλογίες και οι μεταφορές δεν αποτελούν αποδείξεις. Είναι απλώς ρητορικά εργαλεία.
Ad ignorantiam – εξ αγνοίας
Πρόκειται για την επίκληση άγνοιας ή έλλειψης γνώσης, η οποία σχετίζεται με τις πλάνες που αναφέραμε πιο πάνω: την ευθύνη της απόδειξης και το ότι ανεξήγητο δεν σημαίνει μη εξηγήσιμο. Ενδεικτικοί της πλάνης αυτής είναι ισχυρισμοί όπως: «αν δεν μπορείς να καταρρίψεις έναν ισχυρισμό, τότε αυτός θα πρέπει να είναι αληθής». Αν, για παράδειγμα, δεν μπορείς να αποδείξεις ότι δεν υπάρχουν παραψυχικές δυνάμεις, τότε αυτές θα πρέπει να υπάρχουν. Το παράλογο του επιχειρήματος αυτού γίνεται αμέσως αντιληπτό αν σκεφτούμε ότι οδηγεί σε συλλογισμούς του τύπου: αν δεν μπορείς να αποδείξεις πως Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, αυτό σημαίνει πως υπάρχει. Κατά τον ίδιο τρόπο, όμως, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ακριβώς το αντίθετο: αν δεν μπορείς να αποδείξεις πως υπάρχει Άγιος Βασίλης, αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει. Στην επιστήμη, η πεποίθηση πρέπει να θεμελιώνεται πάνω σε θετικά αποδεικτικά στοιχεία που ενισχύουν κάποιον ισχυρισμό και όχι στην έλλειψη στοιχείων υπέρ ή κατά ενός ισχυρισμού.
Ad hominem και tu quoque
Στην κυριολεξία, οι παραπάνω λατινικοί όροι σημαίνουν «κατ’ άνθρωπον» και «συ ομοίως», αντίστοιχα. Έτσι ονομάζονται τα λογικά σφάλματα που εκτρέπουν την προσοχή από μία συγκεκριμένη ιδέα προς το πρόσωπο που υποστηρίζει την ιδέα αυτή. Στόχος μιας επίθεσης ad hominem είναι να καταστήσει αναξιόπιστο τον φορέα της άποψης, με την ελπίδα πως έτσι θα γίνει αναξιόπιστη και η άποψή του. Το να αποκαλέσεις κάποιον άθεο, κομουνιστή, παιδεραστή ή νεοναζί δεν αποδεικνύει καθόλου το ψευδές των ισχυρισμών του. Μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο να γνωρίζει κανείς το θρήκευμα ή την ιδεολογία εκείνου που διατυπώνει έναν ισχυρισμό, για το ενδεχόμενο οι θρησκευτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις του να έχουν επηρεάσει με κάποιον τρόπο την έρευνά του• η κατάρριψη όμως των ισχυρισμών πρέπει να γίνεται άμεσα, όχι έμμεσα. Αν οι αρνητές του Ολοκαυτώματος, για παράδειγμα, είναι νεοναζί ή αντισημίτες, αυτό σίγουρα κατευθύνει τις επιλογές τους ως προς το ποια ιστορικά γεγονότα θα τονίσουν και ποια θα αγνοήσουν. Αλλά όταν, λόγου χάρη, ισχυρίζονται πως ο Χίτλερ δεν είχε σχεδιάσει την εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης, η απάντηση «Α, το λες αυτό γιατί είσαι νεοναζί» δεν αντικρούει τον ισχυρισμό. Αν ο Χίτλερ είχε ή όχι ένα τέτοιο σχέδιο αποτελεί ερώτημα στο οποίο μπορεί να απαντήσει η ιστορική έρευνα. Τα ίδια ισχύουν και για το tu quoque. Αν κάποιος σε κατηγορήσει ότι φοροδιαφεύγεις, η απάντηση «Και συ το ίδιο κάνεις» δεν αποτελεί αντεπιχείρημα.
Βιαστικές γενικεύσεις
Στη λογική, η βιαστική γενίκευση αποτελεί μορφή επαγωγικού σφάλματος. Στην καθημερινή μας ζωή λέγεται προκατάληψη. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για την εξαγωγή συμπερασμάτων πριν ακόμη συγκεντρωθούν επαρκή αντικειμενικά δεδομένα. Ίσως επειδή το μυαλό μας έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να βρίσκεται σε συνεχή επιφυλακή για ενδεχόμενες συνδέσεις μεταξύ γεγονότων και αιτίων, η πλάνη αυτή είναι η πιο συνηθισμένη: Όταν δυο-τρεις καθηγητές ενός σχολείου είναι κακοί, το σχολείο είναι κακό. Αν δυο-τρία αυτοκίνητα είναι κακά, η μάρκα αυτή είναι αναξιόπιστη. Ελάχιστα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας χρησιμοποιούνται για να χαρακτηριστεί ολόκληρη η ομάδα. Στην επιστήμη είναι απαραίτητο να συλλέγουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες προτού ανακοινώσουμε τα συμπεράσματά μας.
Υπερβολική εμπιστοσύνη στις αυθεντίες
Στον πολιτισμό μας τείνουμε να βασιζόμαστε υπερβολικά στις αυθεντίες, ειδικά όταν μια προσωπικότητα θεωρείται ιδιαίτερα ευφυής. Ο δείκτης νοημοσύνης έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις τον τελευταίο μισόν αιώνα, αλλά έχω προσέξει πως η πίστη στα παραφυσικά φαινόμενα δεν είναι ασυνήθης μεταξύ των μελών της Mensa (λέσχη της οποίας τα μέλη ανήκουν στο 2% του πληθυσμού με τον υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης)• ορισμένα μέλη της ισχυρίζονται μάλιστα πως και ο δείκτης «παραψυχολογικών ικανοτήτων» τους είναι εξίσου υψηλός. Ο ταχυδακτυλουργός Τζέιμς Ράντι αρέσκεται να σατιρίζει τις αυθεντίες που κατέχουν ακαδημαϊκούς τίτλους — μόλις πάρουν το διδακτορικό τους, λέει, τους είναι αδύνατον να αρθρώσουν τις εξής δύο φράσεις: «δεν ξέρω» και «έκανα λάθος». Όσοι απέκτησαν τον τίτλο της «αυθεντίας» λόγω της ειδίκευσής τους σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο μπορεί να παρουσιάζουν μεγαλύτερες πιθανότητες να έχουν δίκιο στο πεδίο τους, αλλά η ορθότητα των απόψεών τους σίγουρα δεν είναι εγγυημένη — και η ειδίκευσή τους δεν παρέχει κανένα εχέγγυο ως προς την ορθότητα των συμπερασμάτων τους σε άλλα, άσχετα προς αυτήν, θέματα.
Με άλλα λόγια, έχει σημασία το ποιος διατυπώνει τον ισχυρισμό. Αν είναι κάποιος νομπελίστας, του δίνουμε σημασία διότι είχε κάποτε δικαιωθεί πανηγυρικά. Αν είναι ένας αφερέγγυος απατεώνας, καγχάζουμε διότι είχε κάποτε διαψευσθεί πανηγυρικά. Αν όμως το να είναι κανείς ειδικός χρησιμεύει στο να μας βοηθά να ξεχωρίζουμε την ήρα από το σιτάρι, είναι και επικίνδυνο, καθώς μπορεί να μας οδηγήσει είτε (1) στο να αποδεχθούμε μια λανθασμένη ιδέα επειδή την υποστηρίζει κάποιος του οποίου τη γνώμη σεβόμαστε (θετικό σφάλμα) είτε (2) στο να απορρίψουμε μια ιδέα επειδή υποστηρίζεται από κάποιον στον οποίο δεν έχουμε καμιά εκτίμηση (αρνητικό σφάλμα). Πώς αποφεύγει κανείς τέτοια λάθη; Εξετάζοντας τα στοιχεία!
Είτε το ένα είτε το άλλο
Πλάνη γνωστή και ως πλάνη της άρνησης ή ψευδές δίλημμα, είναι η τάση να διχοτομούμε τον κόσμο έτσι, ώστε αν τρωθεί η αξιοπιστία μιας θέσης, ο παρατηρητής υποχρεώνεται να αποδεχτεί την άλλη. Αυτή είναι μια προσφιλής τακτική των οπαδών του δημιουργισμού, που ισχυρίζονται πως η ζωή είτε έχει θεία προέλευση είτε είναι προϊόν της εξέλιξης. Κατόπιν, ξοδεύουν τον περισσότερο χρόνο τους προσπαθώντας να αμφισβητήσουν τη θεωρία της εξέλιξης, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν το επιχείρημα ότι, αφού η εξέλιξη είναι λανθασμένη, ο δημιουργισμός πρέπει να είναι ορθός. Αλλά δεν αρκεί να υποδεικνύει κανείς τις αδυναμίες κάποιας θεωρίας. Αν η θεωρία σου πράγματι υπερτερεί, τότε θα πρέπει να εξηγεί τόσο τα «φυσιολογικά» δεδομένα που εξηγεί η παλιά θεωρία όσο και τα «μη φυσιολογικά» δεδομένα που δεν εξηγεί η παλιά θεωρία. Μια καινούργια θεωρία χρειάζεται στοιχεία που να την υποστηρίζουν, όχι απλώς στοιχεία εναντίον κάποιας αντίπαλης.
Κυκλικός συλλογισμός (φαύλος κύκλος)
Επίσης γνωστός ως πλάνη ληψεως του ζητουμένου ή ταυτολογία. Πρόκειται για την περίπτωση που το συμπέρασμα ή ο ισχυρισμός είναι απλώς μια αναδιατύπωση κάποιας από τις αρχικές υποθέσεις. Η χριστιανική απολογητική βρίθει ταυτολογιών: Υπάρχει Θεός; Ναι. Πώς το ξέρεις; Διότι το λέει η Βίβλος. Και πώς ξέρεις ότι η Βίβλος δεν κάνει λάθος; Διότι την ενέπνευσε ο Θεός. Με άλλα λόγια, Θεός υπάρχει επειδή υπάρχει Θεός. Η επιστήμη περιλαμβάνει και αυτή αρκετούς κυκλικούς συλλογισμούς: Τι είναι βαρύτητα; Η τάση των σωμάτων να έλκονται μεταξύ τους. Γιατί έλκονται τα σώματα μεταξύ τους; Διότι υπάρχει βαρύτητα. Με άλλα λόγια, βαρύτητα υπάρχει επειδή υπάρχει βαρύτητα. (Ορισμένοι, μάλιστα, από τους συγχρόνους του Νεύτωνα απέρριπταν τη θεωρία του για τη βαρύτητα ως μια αντιεπιστημονική οπισθοδρόμηση προς έναν μεσαιωνικό και μεταφυσικό τρόπο σκέψης.) Εντούτοις, ένας ταυτολογικός λειτουργικός ορισμός μπορεί να είναι χρήσιμος. Ωστόσο, όσο δύσκολο και να φαίνεται, θα πρέπει να προσπαθούμε να διαμορφώνουμε λειτουργικούς ορισμούς που να είναι δυνατόν να ελεγχθούν, να διαψευσθούν και να καταρριφθούν.
H εις άτοπον απαγωγή και η ολισθηρή οδός
Εις άτοπον απαγωγή είναι η κατάρριψη ενός επιχειρήματος ωθώντας το έως τη λογική του κατάληξη, από την οποία προκύπτει ένα παράλογο συμπέρασμα. Σίγουρα, θα πει κανείς, αν οι λογικές συνέπειες ενός επιχειρήματος είναι παράλογες, το επιχείρημα δεν θα πρέπει να ευσταθεί. Αυτό δεν ισχύει κατ’ ανάγκην, αν και μερικές φορές το να ωθείς ένα επιχείρημα μέχρι τα λογικά όριά του είναι μια χρήσιμη άσκηση κριτικής σκέψης• συχνά αποτελεί έναν τρόπο να εξετάζει κανείς αν κάποιος ισχυρισμός είναι βάσιμος, ιδίως όταν μπορεί να πραγματοποιηθεί κάποιο πείραμα ελέγχου των λογικών συνεπειών του εν λόγω ισχυρισμού. Παρομοίως, η πλάνη της «ολισθηρής οδού» συνδέεται με την κατασκευή ενός σεναρίου στο οποίο ο αρχικός συλλογισμός οδηγεί σε μια κατάληξη τόσο ακραία, ώστε να απαγορεύει το πρώτο συλλογιστικό βήμα. Για παράδειγμα: Τρώγοντας το τάδε παγωτό παχαίνεις. Παχαίνοντας γίνεσαι χοντρός. Σε λίγο θα ζυγίζεις 160 κιλά, θα πάθει η καρδιά σου και θα πεθάνεις. Αν φας λοιπόν το τάδε παγωτό, οδηγείσαι στον θάνατο. Άρα, ούτε να σκεφτείς καν να το δοκιμάσεις. Βέβαια, το να φάει κανείς ένα χωνάκι παγωτό ενδέχεται να συντελέσει στην εμφάνιση παχυσαρκίας, κάτι που εν δυνάμει θα μπορούσε, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, να οδηγήσει στον θάνατο. Αλλά το τελικό συμπέρασμα δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην από την αρχική υπόθεση.
Οι ανεπαρκείς προσπάθειες και η ανάγκη για βεβαιότητα, έλεγχο και απλότητα
Οι περισσότεροι από εμάς κατά κανόνα αποζητούμε τη βεβαιότητα, επιδιώκουμε τον έλεγχο του περιβάλλοντος μας και θέλουμε ωραίες, καθαρές και απλές εξηγήσεις. Οι επιδιώξεις αυτές ίσως έχουν κάποια εξελικτική βάση, αλλά —σε μια πολύμορφη κοινωνία, με σύνθετα προβλήματα— μπορεί να υπεραπλουστεύσουν την αντίληψη της πραγματικότητας και να θέσουν εμπόδια στην κριτική σκέψη και στην ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Πιστεύω, για παράδειγμα, ότι η πίστη στα παραφυσικά φαινόμενα και οι ψευδοεπιστημονικοί ισχυρισμοί ανθούν στις οικονομίες της αγοράς, εν μέρει λόγω της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τις ελεύθερες αγορές. Σύμφωνα με τον Τζέιμς Ράντι, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού παρατηρείται και στη Ρωσία άνθηση τέτοιων φαινομένων. Οι άνθρωποι όχι μόνον είναι ελεύθεροι πια να προσπαθούν να εξαπατήσουν αλλήλους με διάφορες κομπίνες, αλλά πολλοί πιστεύουν ειλικρινά πως έχουν ανακαλύψει κάτι το σταθερό και σημαντικό για τη φύση του κόσμου. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική δομή πολύ λιγότερο σταθερή από τον κομμουνισμό. Τέτοιες αβεβαιότητες οδηγούν το μυαλό στην αναζήτηση αιτιών για τα καπρίτσια και τις συγκυρίες της αγοράς (και της ζωής γενικότερα) και το μυαλό συχνά στρέφεται προς το υπερφυσικό και το παραφυσικό.
Η επιστημονική και η κριτική σκέψη δεν είναι κάτι αυτονόητο για τους ανθρώπους. Χρειάζεται εκπαίδευση, εμπειρία και προσπάθεια, όπως εξήγησε ο Άλφρεντ Μάντερ (Alfred Mander) στο βιβλίο του Λογική για τους πολλούς (Logic for the Millions): «Το σκέπτεσθαι είναι σκληρή δουλειά. Δεν αληθεύει πως είμαστε προικισμένοι από τη φύση με την ικανότητα να σκεπτόμαστε καθαρά και λογικά — χωρίς να έχουμε μάθει πώς και χωρίς εξάσκηση. Άνθρωποι με ανεκπαίδευτο μυαλό δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα σκέπτονται καθαρά και λογικά, ακριβώς όπως άνθρωποι χωρίς την αντίστοιχη κατάρτιση και εξάσκηση δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα είναι καλοί μαραγκοί ή παίκτες του γκολφ ή παίκτες του μπριτζ ή πιανίστες» (1947, σ. vii). Χρειάζεται προσπάθεια για να καταπνίξουμε την ανάγκη για απόλυτη βεβαιότητα και απόλυτο έλεγχο και την τάση να αναζητούμε την απλή και εύκολη λύση ενός προβλήματος. Κάπου κάπου, οι λύσεις είναι όντως απλές. Συνήθως όμως δεν είναι.
Οι ανεπαρκείς ικανότητες επίλυσης προβλημάτων
Κάθε κριτική και επιστημονική σκέψη είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια άσκηση επίλυσης προβλημάτων. Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές διαταραχές που μπορούν να μειώσουν την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Ο ψυχολόγος Μπάρυ Σίνγκερ (B. Singer) έχει δείξει πως οι άνθρωποι, όταν τους ανατεθεί να επιλέξουν τη σωστή απάντηση σε ένα πρόβλημα, αφού τους ανακοινωθεί αν κάποιες συγκεκριμένες εικασίες είναι σωστές ή όχι, γενικά:
Α. Διατυπώνουν αμέσως υποθέσεις και αναζητούν μόνον παραδείγματα που τις επιβεβαιώνουν.
Β. Δεν αναζητούν στοιχεία που μπορεί να αντικρούουν την υπόθεσή τους.
Γ. Καθυστερούν πολύ να αλλάξουν τις υποθέσεις που είχαν διατυπώσει, ακόμη κι όταν αυτές είναι καταφανώς λανθασμένες.
Δ. Αν τα δεδομένα είναι σύνθετα, υιοθετούν υπεραπλουστευμένες υποθέσεις ή στρατηγικές επίλυσης.
Ε. Αν δεν υπάρχει λύση, αν το πρόβλημα είναι παραπλανητικό και οι χαρακτηρισμοί «σωστό» και «λάθος» δίνονται με τυχαίο τρόπο, διατυπώνουν υποθέσεις για συμπτωματικούς συσχετισμούς που παρατήρησαν. Και πάντοτε διαπιστώνουν σχέσεις αιτίου-αιτιατού.
Εάν έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους γενικά, τότε όλοι πρέπει να προσπαθούμε να ξεπερνούμε τις ανεπάρκειες αυτές κατά την επίλυση των προβλημάτων της επιστήμης και της ζωής.
Ιδεολογική ανοσία – το πρόβλημα του Πλανκ
Όπως στην επιστήμη, έτσι και στην καθημερινή ζωή όλοι αντιστεκόμαστε στην όποια αλλαγή θεμελιώδους παραδείγματος. O κοινωνιολόγος Τζέυ Στούαρτ Σνέλσον (J.S. Snelson) αποκαλεί την αντίσταση αυτή ιδεολογικό ανοσοποιητικό σύστημα: «οι μορφωμένοι, ευφυείς και επιτυχημένοι ενήλικοι σπανίως αλλάζουν τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις τους για τον κόσμο» (1993, σ. 54). Σύμφωνα με τον Σνέλσον, όσο περισσότερη γνώση έχει συσσωρεύσει ένα άτομο και όσο καλύτερα τεκμηριωμένες είναι οι θεωρίες του (και, θυμηθείτε, όλοι έχουμε την τάση να ψάχνουμε και να θυμόμαστε τα επιβεβαιωτικά στοιχεία και όχι τα απορριπτικά) τόσο μεγαλύτερη είναι η εμπιστοσύνη που δείχνουν στις ιδεολογικές πεποιθήσεις τους. Ως συνέπεια αυτού, όμως, δημιουργείται μια «ανοσία» έναντι καινούργιων ιδεών που έρχονται σε διάσταση με τις προγενέστερες. Οι ιστορικοί της επιστήμης αποκαλούν το φαινόμενο αυτό Πρόβλημα τον Πλανκ, από το όνομα του φυσικού Μαξ Πλανκ (Max Planck), που είχε κάνει την ακόλουθη παρατήρηση σχετικά με το πώς εδραιώνεται ένας νεωτερισμός στην επιστήμη: «ένας σημαντικός επιστημονικός νεωτερισμός σπανίως προχωρεί κερδίζοντας σιγά- σιγά έδαφος και μεταπείθοντας τους αντιπάλους του: σπανίως θα συμβεί ο Σαούλ να γίνει Παύλος. Αυτό που συμβαίνει είναι πως οι αντίπαλοί του σταδιακά εκλείπουν και η γενιά που μεγαλώνει είναι εξοικειωμένη με την ιδέα του ευθύς εξαρχής» (1936, σ. 97).
Ο ψυχολόγος Ντέιβιντ Πέρκινς (David Perkins) πραγματοποίησε μια εν-διαφέρουσα μελέτη από την οποία προέκυψε μια ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ της ευφυΐας (μετρούμενης με τον τυπικό δείκτη νοημοσύνης) και της ικανότητας ανάπτυξης επιχειρηματολογίας για την υιοθέτηση μιας άποψης, καθώς και της ικανότητας υπεράσπισης της θέσης αυτής. Παράλληλα, διαπίστωσε μια ισχυρή αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ευφυΐας και της ικανότητας να λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλες εναλλακτικές απόψεις. Με άλλα λόγια, όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης νοημοσύνης τόσο μεγαλύτερη έφεση υπάρχει για ιδεολογική ανοσία. Η ιδεολογική ανοσία είναι ενσωματωμένη στο επιστημονικό εγχείρημα, όπου λειτουργεί ως φίλτρο έναντι της νεωτερικότητας που ενδέχεται να κατακλύσει τα πάντα. Όπως εξηγούσε ο ιστορικός της επιστήμης I. Μ. Κοέν (I.B. Cohen), «τα νέα και επαναστατικά επιστημονικά συστήματα τείνουν να αντιμετωπίζουν αντίσταση μάλλον παρά ανοιχτή αποδοχή, γιατί κάθε επιτυχημένος επιστήμονας έχει επενδεδυμένο πνευματικό, κοινωνικό, ακόμη και οικονομικό συμφέρον στη διατήρηση του στάτους κβο. Αν κάθε νέα επαναστατική ιδέα γινόταν δεκτή με ανοιχτές αγκάλες, αποτέλεσμα θα ήταν το απόλυτο χάος» (1985, σ. 35).
Εν τέλει, η ιστορία ανταμείβει όσους έχουν «δίκιο» (προσωρινά τουλάχιστον) και οι αλλαγές γίνονται. Στην αστρονομία, το πτολεμαϊκό γεωκεντρικό σύστημα εκτοπίστηκε σιγά-σιγά από το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου. Στη γεωλογία, ο καταστροφισμός του Ζωρζ Κυβιέ (G. Cuvier) παραχώρησε σταδιακά τη θέση του στον καλύτερα τεκμηριωμένο ομοιομορφισμό του Τζέιμς Χάτον (James Hutton) και του Τσαρλς Λάυελ (Charles Lyell). Στη βιολογία, η δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης διαδέχτηκε την πεποίθηση του δημιουργισμού για το αναλλοίωτο των ειδών. Στην ιστορία της Γης, η θεωρία των ηπειρωτικών πλακών του Άλφρεντ Βέγκενερ (Alfred Wegener) χρειάστηκε σχεδόν μισό αιώνα για να υπερνικήσει το παραδοσιακό δόγμα των ακίνητων και σταθερών ηπείρων. Η ιδεολογική ανοσία μπορεί να ξεπεραστεί στην επιστήμη και στην καθημερινή ζωή, αλλά χρειάζεται χρόνος και συνεπικουρία δεδομένων.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου